Τα παγκόσμια αποθέματα χρυσού και ο ρόλος τους στην οικονομική σταθερότητα
Η Γη διαθέτει 216.300 τόνους εξορυχθέντος χρυσού, αξίας 27,6 τρισ. ευρώ, με την κατοχή του να συγκεντρώνεται κυρίως σε κεντρικές τράπεζες και κοσμήματα. Οι αριθμοί αποτυπώνουν σπανιότητα, αλλά και παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες.
Ο χρυσός, αν και έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως επίσημη νομισματική βάση, διατηρεί κομβικό ρόλο στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα ως αποθεματικό αξίας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που παρουσιάζει το Visual Capitalist η συνολική ποσότητα χρυσού που έχει εξορυχθεί ιστορικά εκτιμάται σε περίπου 216.300 τόνους, με την τρέχουσα αγοραία του αξία, εάν αποτιμηθεί στα 4.166 δολάρια ανά ουγγιά, να διαμορφώνεται γύρω στα 29 τρισεκατομμύρια δολάρια, ή περίπου 27,6 τρισεκατομμύρια ευρώ με ισοτιμία 1,05 δολάρια ανά ευρώ.
Ωστόσο, η αποτίμηση αυτή αναδεικνύει μια ουσιώδη αριθμητική και οικονομική ασυμμετρία. Το παγκόσμιο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος , υπολογιζόμενο σε περισσότερα από 320 τρισεκατομμύρια δολάρια, είναι πολλαπλάσιο της συνολικής αξίας του εξορυχθέντος χρυσού. Με άλλα λόγια, ακόμη και εάν ο χρυσός ρευστοποιούνταν πλήρως, ένα καθαρά υποθετικό σενάριο, δεν θα αρκούσε για να καλύψει παρά μόνο ένα μικρό κλάσμα των συσσωρευμένων διεθνών υποχρεώσεων.
Κατανομή και συγκέντρωση
Η συνολική ποσότητα δεν είναι οικονομικά αξιοποιήσιμη ούτε συλλογικά κατεχόμενη. Η διασπορά του χρυσού έχει διαμορφωθεί κυρίως μέσα από τρεις διαύλους:
- Κεντρικές τράπεζες: κατέχουν άνω των 37.000 τόνων, περίπου το 17% του παγκόσμιου αποθέματος.
- Κοσμήματα: απορροφούν σχεδόν 45% της εξορυχθείσας ποσότητας.
- Επενδυτικά μέσα (ράβδοι, νομίσματα, ETF): προσεγγίζουν το 21%.
- Βιομηχανικές/τεχνολογικές χρήσεις: περίπου 7%.
Το μέταλλο επομένως δεν αποτελεί «κοινό πόρο», αλλά συγκεντρωμένη στρατηγική αποθήκη αξίας, με την κατοχή του να παραμένει άνισα κατανεμημένη, τόσο σε εθνικό όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο.
Η ελληνική περίπτωση
Με συνολικό πληθυσμό περίπου 10,4 εκατομμύρια, η Ελλάδα, σε ένα θεωρητικό μοντέλο απόλυτης αναλογικής κατανομής βάσει πληθυσμού, «θα μπορούσε» να αντιστοιχεί σε περισσότερους από 33.500 τόνους χρυσού. Στην πραγματικότητα, τα αποθέματα της Τράπεζας της Ελλάδος ανέρχονται σε περίπου 114 τόνους, μια ποσότητα που αντιστοιχεί στο 0,05% του παγκόσμιου εξορυχθέντος χρυσού και σε αξιολογικά ελάχιστο μερίδιο ως προς την παγκόσμια κλίμακα.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι ένδειξη ιδιαιτερότητας της Ελλάδας, αλλά αποτύπωση του δομικού ρόλου του χρυσού: δεν σχεδιάστηκε ποτέ για να λειτουργεί ως εργαλείο ισοκατανομής, αλλά ως αντισταθμιστικό φορτίο νομισματικού κινδύνου και μέσο θωράκισης ισολογισμών.
Ο χρυσός ως «αντιστάθμισμα», όχι πανάκεια
Απέναντι στην άνοδο του πληθωρισμού, στη γεωπολιτική αβεβαιότητα και στη νομισματική μεταβλητότητα, ο χρυσός παραμένει εργαλείο αντιστάθμισης, όχι όμως λύση συστημικής διάσωσης. Η αξία του δεν προκύπτει από τη δυνατότητα κάλυψης χρεών, αλλά από:
- την προβλέψιμη σπανιότητα,
- την παγκόσμια ρευστότητα της αγοράς του,
- και κυρίως την ανεξαρτησία του από κρατικούς ή θεσμικούς εκδότες.
Αν κάτι αποδεικνύουν οι αριθμοί, είναι ότι ο χρυσός δεν είναι αρκετός για να θεραπεύσει τις ανισορροπίες του κόσμου· είναι όμως αρκετά σπάνιος ώστε να αποκαλύπτει την έκταση τους. Για τον συλλογικό οικονομικό σχεδιασμό, η πραγματική ασφάλεια συνεχίζει να βρίσκεται όχι στη λάμψη των αποθεμάτων, αλλά στη σταθερότητα θεσμών, παραγωγικότητας και δημοσιονομικής συνέπειας.